|
Μεγάλο πένθος ἡ Ὀμορφιά
πολύ μεγάλο πένθος
σοῦ λέει ξάφνου
τό καί τό
κι ἀρθρώνονται ὅλα οὐδέτερα
κάτι σάν πρώιμο πρωί
ἤ
μιλημένο γιόμα.
Χαρτιά δακρύων προσανάμματα
φτερολογήματα τοῦ νοῦ
ἡ Ἀνάγκη ἐν πρώτοις
κι ὀνοματίζεις τά βιβλία παντεπίσημα
νιάτα πού λές χαρακτικά
τά σύνεργα τοῦ πάθους ὁπωσδήποτε.
Τώρα
σκιαγμένα τά πουλιά
κουρνιάζουνε στῆς Ἄριας
ἐνῶ τό πάντιμο καφέ
κορτάρει μέ τό μαῦρο
κ' οἱ πέτρες λουλουδίζουνε.
Ἐδῶ λιγώνει ὁ θάνατος
ἡ Ἀγάπη ξυλουργεῖται
μέ τέχνην εἰρηνόχυτη νικᾶς τά κατά κόσμον
σανίδες καλοθύμητες
σχεδόν σχεδίες
γιά πέρα.
|