|
Χειμώνας κακογράφος και πάει λέοντας
με το χί και το σίγμα του
δόντια πονετικότερα
με το Φλεβάρη Κάλβο του
και το Μάρτη Σολωμό
με φωτισμόν ολόκορμο
από κείνον κυριακάτικα του Ονείρου.
¶α μωρέ πατρίδα ευφάνταστη
πατρίδα ιδι-
αιτέρα
πλεχτό ξηλωμένο
μα βολικό μου έτσι κι αλλιώς
ωδοποιούς εξ αμελείας απόχτησες
περίπυστους
από νωρίς να ξε-
καρδίζονται
στις λακκούβες των λέξεων
ή στα όμβρια χαμόγελα
για ν' ανοίξει επιτέλους ο δρόμος
και να περάσει μύρα χέουσα
ντάλα μεσημέρι
ως είθισται
η Mater Dolorosa.
|