|
Σά να χαϊδεύω υπέρπυρον
όλα μαζί τα ορέγομαι
τα τιμαλφή του βίου
(συλλέκτης νομισμάτων ο Καιρός
ενίοτε αργυραμοιβός
των αφορμών γνώστης βαθύς).
Παρεχτός την Αγάπη
τα λοιπά σε αμοιβαία
γι' ασφάλεια
κεφαλαία εξάπαντος
για να κρύβεται η πεζότης
με τον ήλιο σου μάρτυρα
για να λάμψει αλήθεια.
Σά να γυαλίζω ιστάμενον
όλα μαζί τα ορέγομαι
τ' ανωφελή του βίου
(συμβία μου Ποίηση
και μητριά μου
για Σέ τα λέω).
Τά βλέπω νάρχονται:
Σοροκολεβάντες εν ορμή
τα μέσα μας ολόδεντρα να σμπαραλιάζει
τα κεραμίδια να μάς παίρνει
και τη λεμονιά
να μαγαρίζει τα πηγάδια
με το μισό χωριό να παιδιαρίζει
κι ανεπάγγελτο τ' άλλο να γυρίζει πλευρό.
|