|
Τόσο αδιάβαστο κόκκινο εδώ
μ’ ένα ξήλωμα τόοοσο στην πλάτη
να μπαινοβγαίνουν αέρηδες
κατ’ όνομα οι αγάπες παρούσες οι εκλεκτές
ή
και το αίμα το κακό.
Μ’ ένα σαρκίο νυκτός
και τίποτ’ άλλο
ψηλαφητά στη σκάλα
κι όλο τρίζοντας
αφού δεν έχεις τη φωνή και δεν μπορείς να σώσεις
πάρ’ την αφή σου Κομμοδέ
και ρίχτη του σκυλιώνε.
Τήν Ουσία να ορέγεσαι τώρα
στην ουσία ουδείς
ένα κι ένα μυρίζει απουσία
τ’ αγάλματα εν αγνοία τους έτσι
κι αλλιώς να 'ρθούν τα πράγματα
μη γνοιάζεσαι
θα βρέξει…
|