Εγώ προτίμησα να νοιώσω την άγρια λάμψη της πέτρας στο σώμα μου —αυτό νομίζω εξαγρίωσε την παρθένα της λογικής—
προτίμησα ν’ αγκαλιάσω ένα ζώο μέσα στο σκοτάδι, ένα ζώο υγρό, σκληρό, ανόσιο, αρχαίο.
Μόνον έτσι μπορείς ν’ αγκαλιάσεις ολόκληρο το τίμημα του έρωτα· και μόνο από θεό.
Δεν μόλυνα τον Ναό της. Τον τρόμο που απαιτεί ναούς για να είναι ανθρώπινος μόλυνα: τον λαχτάρησα και τον χόρτασα.
Και οργίστηκε η έλλογη παρθένα και λογίστηκε η σκύλα η Αθηνά την τάξη της λατρείας της.
Κάποτε γύριζε στα πεδία των μαχών και σκύλευε κουφάρια, καθάριζε τον κόσμο απ’ τ’ αποφάγια ενός τετράποδου, που σάλευε προς το δίποδο.
Έτσι την τραγουδούσαν οι ποιητές, όταν ήξεραν να πληγώνουν τις λέξεις με την γλώσσα τους,
και το αίμα ήταν ο οργασμός του ρόδου στην άκρη του αγκαθιού κι ο θάνατος τρόμος γλυκύτατος, καρπός του δέντρου καθενός: η φλέβα ρίζα κι η καρδιά δυο φύλλα σαλεμένα στον άνεμο της σάρκας.
Ναι τότε, πριν αρχίσουν να σκούζουν σκέψεις, να μαϊμουδίζουν εικόνες· πριν, πολύ μέσα πριν.
Ύστερα επινόησε την ιερότητά της, κι ο κόσμος έγινε πραγματικό σφαγείο· μια ιδέα, βουρκόπαιδο. Το κτίσμα που βεβήλωσα ήταν μια ιδέα.
Κι έτσι το σύμπαν μπορεί στέκεται στα δυο του άκρα —ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο— αλλά τυχαίνει να είναι τα μπροστινά.
Λοιπόν, αν όπως δείχνει ο οπλισμός των χεριών σου —τον οπλισμό της καρδιάς σου πραγματικά τον αγνοώ— ήρθες εδώ για να στερήσεις τα σκοτάδια από ένα τέρας, ν’ αποδείξεις την δύναμη των φώτων, πρέπει να δουλέψεις στα τυφλά.