I II III IV

Ι
ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ

 

[Απ' το ταβάνι κρέμεται μιά λάμπα πετρελαίου. Λίγο φως, άπλυτο, τσαλακωμένο, αξύριστο, πέφτει πάνω στον άντρα που προσπαθεί ν' ανοίξει δρόμο ανάμεσα σε χαρτιά, στο τραπέζι μιάς ανύπαρκτης σάλας. Μοιάζει ήδη νεκρός, θαμμένος σε μιά πυραμίδα από χαλιά κρεμασμένα στα παράθυρα, για να μη φεύγει σταγόνα φως από το ναυαγισμένο σπίτι. Πεταμένο στο πάτωμα, ένα πανωφόρι στρατιωτικό. Τα διακριτικά του τόσο φθαρμένα που δεν ξεχωρίζουν. Δεν έχει σημασία. Ούτε πως υπήρξε φοιτητής της Θεολογίας. Σημασία έχει πως κατηγορείται για εγκλήματα πολέμου και πως ο μοναδικός φίλος του είναι μακριά, ασφαλής μέσα στην έπαρση της δοκιμασίας του, από τον καιρό που άφησε τη Στρατιωτική Ακαδημία για να μονάσει. Ο άντρας γράφει στο φίλο του. Το γράμμα δεν το ταχυδρόμησε ποτέ. Εξ άλλου, θα ήταν μάλλον απίθανο να έφτανε στον παραλήπτη. Βρέθηκε πάνω στο τραπέζι κι ο άντρας νεκρός. Άγνωστο αν αυτοκτόνησε ή εκτελέστηκε. Ο φίλος του σκοτώθηκε στο βομβαρδισμό του μοναστηριού, ένα μήνα πριν. Κάπου στα Βαλκάνια. Νύχτα.]

 

Εγώ, ο Στέφανος, ανάξιο πλάσμα
- πεταμένο το υλικό που ξόδεψε όποιος μ' έφτιαξε
από λάσπη ή απ' όνειρα, όπως λένε,
χαμένη ανάσα η φωνή που έφραξε τ' όνομά μου
σε Παράδεισο ή Κόλαση, παλιόξυλο το δέντρο
απ' όπου έκοψα το κάτεργό μου -
θύτης στον πόλεμο και θύμα στην ειρήνη,
με την ίδια έξαψη, την ίδια προθυμία, την ίδια αφοσίωση,
προς τον άξιο μοναχό Τιμόθεο,
κάποτε αγαπημένο συμμαχητή Γκοράν,
φίλο των παλιών μου ατοπημάτων
κι εχθρό των τωρινών μου εγκλημάτων.

Αν έχεις κάποια ιδέα τί σκέφτεται ο Θεός
για την κατάντια μας, γράψε μου αμέσως.
Δε θα' θελα να μ' έβλεπε έτσι ανοχύρωτο μπροστά του.
Αν δεν έχεις, τί κάνεις εκεί πέρα στις ερημιές;
Τόσο ακατάδεκτος έγινες πια με τη ζωή,
εσύ που υποτίθεται πως ήξερες καλά
πόσο θηρίο αναιρεί κάθε ψυχή
και πόσο αίμα αποσιωπεί η σάρκα;

Θυμήσου κήπους!

Όσο για μάς,
εξακολουθούμε να εμπιστευόμαστε το σώμα μας,
υπόχρεοι σ' έναν όλεθρο συμβατικό·
κάτι σαν τραύμα σε πεδίο μάχης.

Τί λιγότερο θα μπορούσες να φοβηθείς;

Επενδύουμε στο θάνατο.
Στην αρχή είναι πάντα...εποικοδομητικά!
Ξεριζώνουμε τα χωριά το ένα μετά το άλλο.
Ύστερα...λασπώνουμε, συμπεριφερόμαστε στον άμαχο άνθρωπο
σαν πεινασμένοι λύκοι. Θα μας εκδικηθούν, υποθέτω.
Τους εκδικούμαστε προκαταβολικά και πάει λέγοντας,
σφάζοντας, ρημάζοντας, αυτοκτονώντας όλη μέρα
επιβιώνουμε τη νύχτα. Νεκρώνονται τα σπλάχνα μας
όταν χιμάμε σε σπλάχνα άλλων. Καθένας ξενυχτάει
πολλούς νεκρούς για να μην κλάψει το δικό του.
Ζητάμε μιά πηγή και είμαστε πλασμένοι άμμος.
Καθένας γίνεται όλο και περισσότερο...άνθρωπος.
[Κι ο αετός στα ορεινά φτερά του ελπίζει ένα τέλος πεδινό!]

Εγώ δεν είμαι πια ο κυνηγός που ήξερες.
Κατάλαβα πως ο νεκρός απουσιάζει.
Ποιόν να ρωτήσεις γι' αυτή την απίστευτη έκλειψη;
Θέλεις να φωνάξεις: «Τα χέρια του, τα χέρια του,
που είναι τα χέρια του, ένας άνθρωπος χωρίς χέρια,
τί φρίκη, τί αβάσταχτη φρίκη!» και σκέφτεσαι:
«Τα χέρια του, αυτά τα χέρια δίχως άνθρωπο! »
Πρόκειται, το δίχως άλλο, για εθισμό.
Τί σημασία έχει αν η γλώσσα
δεν απαιτεί να θάψεις τα σφάγιά της,
σκάβοντας με τα χέρια ένα χώμα σκληρό σαν αξίνα;
Τί κερδίσαμε απ' αυτή την ψυχαγωγική ειρήνη;
Θεατές ήμασταν. Αφήναμε στην άκρη
αγωνίες κι ευαισθησίες. Όταν κάποιος ξέφευγε
το βλέμμα του θηρίου, ουρλιάζαμε σκοτεινά,
σαν να χάναμε το τρόπαιό μας.
Θηρία ήμασταν ακυρωμένα στην κερκίδα.
Ύστερα, το θύμα έπεφτε πάντα στην παγίδα.
Κάποτε διαμαρτυρόταν μαρτυρικά,
κάποτε δεν προλάβαινε καν να βογκήσει
τον τρόμο των αδίστακτων νυχιών.
Ξερνούσε τον αέρα αλύπητα,
θαβόταν ήδη στην κατάντια του,
πριν παραδώσει τον πανικό των ματιών του,
τον ιδρώτα των χεριών του,
την καταδίκη των χειλιών του.
Σηκωνόμαστε μέσα μας, ζητούσαμε να δούμε
πως αναβλύζει ο θάνατος από παραίτηση.
Πεινούσανε τα μάτια μας ό,τι ξεδίψασαν τ' αυτιά μας.
Ανοίγαμε την καρδιά μας στα θηρία,
τ' αποθεώναμε, με βλέμμα ορθάνοιχτο.
Προσευχόμασταν αιώνια δόξα στις κοιλιές τους.
Ουρλιάζαμε ταχύτατες ανάσες,
μαστιγώναμε την οργή να τρέξει λύσσα.
Τρίζαμε τα δόντια με μανία,
κομματιάζαμε με ξεραμένα χείλη
ό,τι απέμενε απ' το σφάγιο στην αρένα.
Θηρία στην κερκίδα εγκλωβισμένα.
Ευάερη, ευήλια κερκίδα, γυάλινη αρένα...

Πόσο φως μπορεί ν' αντέξει
μιά βιαστική αναπαράσταση απελπισίας;
Ένα κομμένο χέρι το πολύ.
Δεν προλαβαίνεις καν να μετρήσεις τα δάχτυλα.
Κάποτε, ώρα περίεργη βαμμένη πορφυρή,
σκέφτεσαι: κι αν περίσσευαν δέκα λαγκάδια αηδόνια σκοτεινά,
κι αν έλειπαν είκοσι τέσσερα φεγγάρια ξάγρυπνες αυλές;
Πώς θα υπολογίσεις πόση φτώχεια θέρισες,
σπέρνοντας το αίμα σου σ' αυτό το βράχο
που ισορροπεί, σαν μεταφυσικός παλιάτσος, στο αδιανόητο;
Σκοτάδι, σκοτάδι κι εμείς μετανάστες
στην τύφλα της βαρυτικής μας ραθυμίας.

Στο τέλος, απελπίζεσαι,
νιώθεις πως μόνο σαν άνθρωπος μπορείς να πεθάνεις,
ποτέ σαν φύλλο. Αλλά είναι νύχτα
και τα κεράσια, πίσω στο χωριό,
βάφουν τον ύπνο σου, στολίζουν τις μάντρες των σπιτιών,
για να περάσει ξύλινος εκείνος ο εκδρομικός θεός της εφηβείας.
Ο ίδιος αρχαίος άνεμος τον συνοδεύει
με δέντρα, θάμνους και πουλιά.
Είναι μιά εικόνα. Συμφωνώ. Όταν αρχίσει να γλυκαίνει,
την κόβεις, την τρως, την ξεχνάς
στις φλέβες, στα νεύρα, στα κόκκαλά σου,
ή τη χαρίζεις στο σκουλήκι.
Όμως δουλεύει πάντα προς τα επάνω
το δικό της ναυάγιο.
[Μην προσπαθήσεις να ξεφύγεις, τώρα που αρχίζω να μιλάω!]

Αυτό που ζούμε δεν είναι ο κόσμος,
τ' απομεινάρια του είναι στα νύχια και στα δόντια μας.
Νιώθουμε βρώμικοι, αλλά είναι χορταστικό:
έστω, παρήγορο, αν πρόκειται να πεθάνεις
σαν λύκος χωρίς κυνόδοντες.
Μιλάμε, αλλά απευθυνόμαστε στον εαυτό μας.
Τόσο μοναχικοί την ώρα του θριάμβου,
τόσο λίγο γενναιόδωροι με τα κίνητρά μας.
Σαν να μάς φωτογραφίζει η ίδια η ιστορία
για λίγα κέρματα, σε κάποιο ήδη
παρηκμασμένο θέρετρο, τελευταία φορά.

Έχω μαζί μου μιά παλιά φωτογραφία.
Στέκεσαι απερίγραπτα αποφασιστικός,
προσπαθώντας να κατευνάσεις
τα πνεύματα που οχλαγωγούν στο βλέμμα σου,
σχεδόν χωρίς χείλη απ' την προσπάθεια,
σχεδόν χωρίς δάχτυλα από την οργή.
Μα τί περίμενες, λοιπόν;
Πώς να τα βγάλει πέρα ένας θεός, με τόση συννεφιά ψυχών;
Ένα φύσημα και θα χιονίσει όλεθρο, ξέρεις εσύ!
Εγώ, μιά σειρά παραπάνω, σκοτεινός μέσα στα μάτια
που δεν κατάλαβαν ποτέ τί πεινούσαν, τί διψούσαν,
τυφλός μέσα μου μέχρι τρέλας.
Κάτι μπορούσες να διαβάσεις, κάτι διάβασες,
δεν έμαθα ποτέ: λίγο το φως.
Δίπλα μου εκείνο το περίεργα φτερωτό κορίτσι,
κουρνιασμένο στα κεράσια των χειλιών του,
ν' ατενίζει ένα ελάφι φως στην κορυφή των ημερών μας.
Δε συγκλονίστηκες εσύ το κελάηδημά του, Γκοράν.
Τιμόθεε, Γκοράν, όσα πουλιά ονειρεύτηκε το αντικρινό βουνό,
τόσα κλαδιά δεν τόλμησαν τα θάμνα
κι όσες ακτές λαχτάρησε η θάλασσα η μακρινή,
τόσον αφρό δεν τόλμησε το κύμα.
Σκέφτομαι τώρα, τί επέμενε ο γέροντας ευκάλυπτος,
δείχνοντας ένα κάθετο σκοτάδι,
όταν η μέρα καιγόταν πίσω απ' το βουνό;
Μετά, γαλήνη και σιωπή.
Θυμάσαι; Έλεγα ερπετό κι έλεγες γεράκι.
Κοιμάται χρόνια σκόνη το ερπετό
κι ασφυκτιά χρόνια αιθέρα το γεράκι.
Τί περιμέναμε, Τιμόθεε, Γκοράν;
Τον είδαμε να τρέχει, φορτωμένος το χειμώνα,
να χώνεται στην τρύπα του· ύστερα,
την ώρα της λειτουργίας, ν' ανεβαίνει
μιάν απόγνωση κατακόρυφη στο σώμα του εσταυρωμένου.
Τί θα κέρδιζε απ' αυτή την περιπλάνηση;
Ένας θεός μυρμήγκι στο κάτεργο της σάρκας,
Μεγάλη Πέμπτη! Τί έλεγα, Γκοράν; Τον έθαψαν κρυφά.
Μας ξεγέλασαν, τη μεγάλη εκείνη ώρα που μαθαίναμε
τι δεν ήταν θάνατος και τι δε θα ήταν αθανασία·
εγώ με το κορίτσι πουλί κι εσύ με τον Ντεκάρτ γεράκι·
τον κύκνο ύπνο του καθένας ξαγρυπνώντας:
μιαν ακατάσχετη αιμορραγία προσδοκιών,
ανεβαίνοντας ένα θρίαμβο βουνό,
ακούγοντας να έρχονται με βήμα κάστανο αρματωμένο,
νιώθοντας να κατεβαίνουν με γόνατα ρίζες εργατικές.
Θα κομμάτιαζαν το σκοτάδι των δρόμων,
θα ξεκοίλιαζαν τη νύχτα των κτηρίων,
θα επικρατούσαν, θα νικούσαν, θα κυριαρχούσαν,
θα επέβαλλαν την εξουσία της ψυχής,
την πέτρα του βυθού, το γρήγορο πόδι της σαύρας,
τη φτερούγα του πουλιού...
«Χαίρε το καταπράσινο πρωτοπαλίκαρό τους!»
Θυμήσου, Γκοράν! Τα δέντρα, Γκοράν!
Εκείνη η αρχαία δημοκρατία των δασών,
εφηβική μας μοναρχία· σε τί διέφερε, Γκοράν;
Αίμα δεν τρεχοβολούσε, Γκοράν;

Μας έκρυψαν στο θάνατο, Τιμόθεε, ό,τι έμοιαζε με ζωή·
ή το εντελώς αντίθετο; Πώς να ξέρεις τί σαπίζει
στο σκουπιδότοπο της διαλεκτικής,
όταν μυρίζει τόσο Παράδεισο το γιασεμί;
Κι ενώ αναλογιζόμαστε την εικόνα μιάς προόδου
που θα ολοκληρωνόταν χάρη στις προσπάθειες του θεού
να διαπαιδαγωγήσει την ανθρωπότητα,
καταρρέαμε μιάν ελπίδα,
για να υπερασπιστούμε μιάν επινόηση
σε αυστηρά καθορισμένα όρια.
Η ζωή δε θα ξετυλιγόταν πια
ανάμεσα σε δυό τουλάχιστον δαιμονιακά στοιχεία.
Τα καράβια δε θα μοχθούσαν το νερό.
Τα πανιά δε θα λαχάνιαζαν εκείνον τον αδίστακτο βυθό
που ανηφόριζε με φύλλα κάτασπρα προς την πατρίδα
μιάς γαλανής αθανασίας. Στο εξής,
θα κατευθύνονταν προς μιά φωτισμένη θάλασσα·
ποτέ προς μιά φωτεινή θάλασσα
ή μιά σκοτεινή θάλασσα.
Θα πέθαιναν αναρίθμητες ακτές,
ενώ μαύρες κηλίδες θα ξεφύτρωναν
πάνω στους ξεγυμνωμένους λόφους.
Κόρφοι θα χάνονταν πίσω από βράχους,
πέτρες και θάμνοι θα έκαιγαν τα μάτια
της κουκουβάγιας δύσης. Κυπαρίσσια και παλάτια
δε θ' αναδύονταν, καν δε θα σήμαιναν
ό,τι στερήθηκαν πολύ πέτρινα πριν.
Μέταλλο μόνο, λυσσασμένο για σκουριά,
φτερά κατάμαυρων πουλιών που αποστομώνουν
μιά βαλκάνια νύχτα, χτυπημένη από έρωτα βαθύ,
αίμα ξέφρενο, χορευτικό, οινοπνευματώδες,
κι ο Έλληνας καλόγερος να ωρύεται:
«Ό,τι προλάβουμε το βράδυ που ξυπνάει
θεός βρικόλακας, λυκάνθρωπο τον κόσμο.
Σε λίγο ξημερώνει συνήθεια κι ανία!»
Υπάρχει ακόμη· το χώμα βάφει τα μαλλιά του πατρίδα,
ρίζες σκοτεινές, αρπάζουν, σφίγγουν μιά χαίτη
που δεν ελπίζει άνεμο πια, αλλά μοσχοβολάει
Κυριακή, πλατάνι και κρασί, λεμόνι παραισθητικό
στην κατάλευκη επικράτεια της νύφης.
Σκέφτεται το θάνατο, όπως πάντα, και γερνάει τόσο βαθιά.

Γκοράν, Γκοράν, μιλούσα για ζωή. Ή μήπως είναι
αυτή η ρακοσυλλέκτρια βροχή που βγήκε
στη γύρα από νωρίς; Αν ήσουν εδώ!
Αν μπορούσες να δακρύσεις μαζί μου
τα τρομερά ευρήματά της:
το δέρμα ενός φεγγίτη που κάποτε ήταν τζάμι,
δυό-τρία δάχτυλα σκουριά πανάρχαιοι μεντεσέδες,
μιά αγκαλιά τσουκνίδα χορτασμένη σάπιο ξύλο.

 

Δεν καταλαβαίνεις πια;
Επινόησαν μιά νέα επιστήμη των παθών,
αφύσικη σαν φύσημα οχιάς σε ξυράφι:
ο μαθητής που δένει το σανδάλι του
είναι ένας Αχιλλέας χωρίς Πάτροκλο,
επιπρόσθετα ανίκανος να θυμώσει.
Ο Χριστός, χωρίς γένια, δεν μπορεί να παραβάλλει
στο παραμικρό το Δία, αν και δεν είναι απαραίτητο.
Το δεξί του χέρι επιμηκύνεται έντονα
για να τονιστεί η χειρονομία της ευλογίας.
Μακρύ χέρι, μεγάλη ευλογία.
Μεγάλο τείχος, ατέλειωτη σφαγή.
Δες, η τέχνη είναι μιά αφαίρεση.
Την ανασύρεις από τη φύση, αφού προηγουμένως
ονειρευτείς και σκεφτείς βαθιά τί θα προκύψει.
Είναι το μόνο μέσο για ν' ανέβεις προς το θεό,
κάνοντας όπως ο θεός. Κι αν δεν αναπαράγεις
παρά τα επιφανειακά χαρακτηριστικά,
όπως ο φωτογράφος; Υποκρίνεσαι, ώσπου κάποιος
ν' αναλάβει την οργάνωση της παραγωγής:
ένα παιχνίδι με αντίπαλο μιά φύση τεχνητή,
κι ο άνθρωπος να ζει κάτω από τη σκιά
γιγάντιων μηχανημάτων.
Το κοπάδι μαζεύεται στο μαντρί.
Ξεχνάει τί σημαίνει χθες, σήμερα, αύριο.
Τρώει, ξαπλώνει, χωνεύει.
Η ευτυχία δεν είναι ελπίδα πια, είναι επιδίωξη.
Ξηλώσαμε τον ύπνο μας,
για να μπαλώσουμε τα κουρέλια της μέρας.

Ποιος ισχυρίστηκε τη λογική;
Από τί έπασχε ο δύστυχος;
Σκοπός της φιλοσοφίας είναι η λογική
διασάφηση των στοχασμών.
Η φιλοσοφία δεν είναι θεωρία, είναι δραστηριότητα.
Πρέπει να αποσαφηνίζει και να οριοθετεί
αυστηρά τους στοχασμούς, συχνά, θα λέγαμε θολούς
και συγκεχυμένους. Πάει καλά!
Η Θεολογία στοχεύει στη διασάφηση του αδιανόητου.
Δεν είναι δραστηριότητα, είναι θεωρία:
άλλη θεωρία, πιο... ανοιχτομάτα.
Η επιστήμη σκοπεύει να δει τα πάντα από πολύ ψηλά
και πολύ ψυχρά, να ερμηνεύσει τα πάντα.
Κι έτσι έχουμε την τέλεια εικόνα ενός γύπα:
Υψώνομαι, βλέπω, χιμάω.
Ύστερα σκέπτομαι το όλο εγχείρημα
κι αναζητώ στ' απομεινάρια του θύματος
τον αποχρώντα λόγο της ζωής,
οπωσδήποτε κόκκινο, εφιαλτικά κόκκινο.
Σπουδαία ανακάλυψη! Δε χρειαζόταν
παρά να κόψεις τις φλέβες σου την κατάλληλη στιγμή,
λίγο πριν αρχίσεις να επινοείς ανοησίες
στη θέση των καθηκόντων σου,
ακριβώς τη στιγμή που αρχίζεις να περιστέλλεις
όση περισσότερη Άνοιξη μπορείς στους ρεμβασμούς σου.
Το Σεπτέμβρη, τα σταφύλια κοκκινίζουν
και ορισμένα μάλιστα γίνονται μαύρα.
Τί μπορεί να σημαίνει αυτό,
αν όχι γλυκόξυνη ανατριχίλα στην άκρη της γλώσσας;
Το νόημα μιάς λέξης είναι η γεύση της,
η μυρωδιά, το άγγιγμά της, η μανία
να σπάζει τα πιατικά της σιωπής,
πάντα πριν το τραπέζι της Κυριακής,
η λάσπη που κόλλαγε στα παπούτσια μας,
η βροχή στα τζάμια, οι μεντεσέδες
που πείσμωναν και δεν άνοιγαν,
σαν χούφτες δεσμοφύλακες ενός νομίσματος
με κοντά παντελόνια και λασπωμένα παπούτσια,
οι φωνές της γιαγιάς απ' το παράθυρο...
Είχε σημασία τί γλώσσα μιλούσε;

Κατάλαβε, Τιμόθεε, Γκοράν, όπως θέλεις, αλλά κατάλαβε.
Επιχειρούσαν να μας συντρίψουν στ' ανοιχτά
δυό τρία κύματα άνθρωποι καλοσιδερωμένοι.
Προσευχήθηκα, προσπάθησα να μην τους κρίνω
με μιάν άβυσσο οργή, προσπάθησα να μείνω
στα ρηχά της απελπισίας. Εξέφρασα ωστόσο
μιά λύπη ασφυκτικά βαθιά, για τη βία και την αιματοχυσία
που έρχονταν τρέμοντας άστεγους γέροντες
σε παγκάκια, βιτρίνες ολόφωτες, παραδείσους
ενός εύπορου θεού που δεν είχε ποτέ του θεό.
Σχεδόν φώναξα πως κάτι πολύ σημαντικό
γλιστράει σιωπηλά στη ζωή του άμαχου ανθρώπου,
μιά καταστροφή των παλιών του απογευμάτων
στους ανθισμένους κήπους, μιά φυλλοβόλα απογοήτευση
από την υπερβολική πίστη στην αξία της καλλιέργειας.
Ενίοτε κραύγασα! Από τη μάχη των εμπόρων,
κανείς δε βγαίνει ζωντανός, Γκοράν·
δεν αγωνίστηκαν ποτέ κάτι δικό τους.
Ακόμη και τη φτώχεια τους, έτοιμη τη βρήκαν.
Πώς να γνωρίζουν το χείμαρρο
που επιμένει κάθε πηγή στον ψίθυρό της;
Πώς να δεχτούν τη θύελλα που σαλεύει
στο ανάστημά του κάθε δέντρο;
Πώς ν' ακούσουν το τριζόνι που χαράζει
δέκα δάχτυλα κομματιασμένο ύπνο
στην αγρύπνια της φωνής του;
[Δάνειος άνθρωπος, δυό χέρια δυστυχία.
Έντοκος άνθρωπος δυό βήματα ερπετό!]
Δεν πρόκειται να επέτρεπα εκείνη
τη βαμβακερή σφαγή που ετοίμαζαν στα όνειρα του βρέφους,
σαν γύπες λιμπεραλιστές, κλεμμένοι από κούκο.
Δεν πρόκειται να σώπαινα εκείνον
τον πλαστικό εμφύλιο που εξόπλιζαν στα μάτια του παιδιού,
σαν φίδια σοσιαλιστικά, θρεμμένα από γεράκια.
Δεν πρόκειται να έκλαιγα για δυό χωράφια δάχτυλα
λιγότερα, πεντέξι σπίτια δόντια σπασμένα, ματωμένα...

Εγκληματίας λοιπόν Γκοράν;
Εγώ, εδώ κάτω, ούρλιαξα, πόνεσα το σπιτικό θεό μου:
ένα ποτήρι ξέφωτο κρασί, λίγο ψωμί και μιά κουβέρτα.
Τον Μότσαρτ τον μουρμούριζα.

Δεν ήμουν Οδυσσέας, άστεγος ήμουν!

Τιμόθεε, εν Χριστώ αδελφέ, Γκοράν λιποτάκτη!
Εσύ έχεις μόνο έναν Παράδεισο, ενώ εγώ έχω δέκα νύχια.
Τί μπορώ να μετρήσω με δέκα νύχια;
Δέκα πληγές αρχαίες,
σαν τραύματα από πέτρες, καταπάνω στη νύχτα.
Μη με αποφύγεις κι αυτή τη φορά.
Ο Διάβολος είναι πάντα ένας θεός της άρνησης.
Η επικυρωμένη ειδωλολατρεία είναι θρησκεία.
Η απαρχαιωμένη ειδωλολατρεία
είναι δεισιδαιμονία και ιεροσυλία.
Ένα χωριό ζητούσα, μιά ορεινή φαμίλια θαλπωρή.
Το είδωλο έχει κι αυτό το μερίδιό του σ' έναν τόπο ολόφωτο.
Μη ρίχνεις το σκύβαλο της ύλης στο γρεμό. Τί άλλο να πω;
Σκουριά ο λάκκος που χορταίνει την ξύλινη φιλοδοξία.
Έσταζαν πάντα οι άνθρωποι ανάμεσά μας:
ιδέες, σχέδια, επιδιώξεις.

Θα γυρίσω σπίτι. Πιο καλά
που, σ' έναν κόσμο ή παγωνιά ή πυρκαγιά;
Ο γέροντας ευκάλυπτος δεν τρέχει πια
κατά την τρέλα του ανέμου.
Θα φροντίσω να μεγαλώσω έναν άλλο, λιγότερο φτερωτό.
Θ' ανοίγω το βράδυ, θα μυρίζω ψυχές εργατικές:
παιδιά που πελεκούν το χρόνο με ξαφνικές φωνές,
γυναίκα που φοράει κατάσαρκα δροσιά
γεμάτη τριαντάφυλλα απ' τη μικρή αυλή,
ο σκύλος να γαυγίζει το σκοτάδι
που έρχεται με δρασκελιές ομίχλη
και γάτες να χαϊδεύονται στα χέρια μου
εκατομμύρια νυσταγμένους θεούς...

 

Ωστόσο, είμαι βέβαιος: πρώτα πεθαίνει η ψυχή.

 

 

Γιώργος Μπλάνας, ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ, ΕΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ